Το δικαίωμα των εργαζομένων για άδεια ανάπαυσης μετ’ απολαβών κερδήθηκε με αγώνες

Το αίτημα για ετήσιες άδειες τέθηκε πρώτη φορά κατά την Παγκύπρια Συντεχνιακή Συνδιάσκεψη τον Αύγουστο του 1939 στο κινηματοθέατρο Χ’’ Χαμπή Αμμοχώστου, όπου πήραν μέρος 101 αντιπρόσωποι 3,389 τακτικών μελών από όλες τις επαρχίες της Κύπρου. Μεταξύ των αιτημάτων που είχε εγκρίνει η Α΄ Παγκύπρια Συνδιάσκεψη ήταν και το δικαίωμα της ετήσιας ανάπαυσης με πλήρεις απολαβές. Από τότε στο αίτημα αυτό σημειώθηκε πολύ μικρή πρόοδος μέχρι το 1954, που για πρώτη φορά οι οικοδόμοι πέτυχαν την ίδρυση Ταμείου Αδειών με εισφορά 14 μίλς της λίρας πάνω στα μεροκάματα τους, που ισοδυναμούσε με τέσσερις μέρες άδεια το χρόνο για να φτάσει μέχρι τον Ιούλιο του 1966 στα 35 μίλς της λίρας ή τις δεκάμισυ μέρες το χρόνο άδεια.

Η μεγάλη αλλαγή έγινε στις 3 Μαΐου 1967 που θεσπίστηκε ο νόμος για ετήσιες άδειες μετ΄ απολαβών που καθόρισε το μίνιμουμ της ετήσιας άδειας για όλους τους εργαζόμενους στις εννιά μέρες το χρόνο. Ο Νόμος αυτός τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Αυγούστου και σήμανε και τη διάλυση των Ταμείων Αδειών των Συντεχνιών της ΠΕΟ, γιατί το κράτος ανέλαβε αυτό το ρόλο σε ότι αφορούσε τις άδειες. Στα δώδεκα χρόνια λειτουργίας των Ταμείων οι εισφορές των εργοδοτών, με το σύστημα της φίσιας, ξεπέρασαν τις εξακόσιες εικοσιοκτώ χιλιάδες λίρες και κάλυπταν κατά μέσο όρο 13 χιλιάδες εργάτες το χρόνο, ενώ άλλες 30 χιλιάδες εργαζόμενοι έπαιρναν απευθείας άδεια από τον εργοδότη τους- οι εργοδότες παραχώρησαν αυτό το δικαίωμα ύστερα από σκληρούς και επίμονους αγώνες της ΠΕΟ. Ο νόμος του 1967 προνοούσε την εισφορά από μέρους του εργοδότη 30 μίλς για κάθε λίρα απολαβών του εργοδοτούμενου ( 3%) μέχρι ανώτατου ορίου εισοδημάτων £30 τη βδομάδα ή £130 τον μήνα για πληρωμένη άδεια 9 εργάσιμων ημερών το χρόνο. Ακόμη ο νόμος προνοούσε ότι τουλάχιστον 7 από τις 9 μέρες της άδειας θα δίνονται συνεχώς για ξεκούραση των εργατοϋπαλλήλων. Ο εργοδότης είχε νομική υποχρέωση να δίνει μεγαλύτερη άδεια από τις 9 εργάσιμες μέρες αν αυτό προνοούσαν οι συλλογικές συμβάσεις. Επίσης, με βάση το νόμο του 1967 για να έχει ένας εργάτης δικαίωμα να πάρει τα λεφτά που εισέφερε ο εργοδότη του στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, έπρεπε να είχε εργαστεί τουλάχιστον 25 εβδομάδες κατά τη διάρκεια ενός χρόνου άδειας και να είχε καταθέσει ο εργοδότης εισφορές για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Τελικά ο νόμος τροποποιήθηκε προς το καλύτερο στις 5 Νοεμβρίου το 1979.

Από το 1972 μέρος από τους τόκους των αποθεματικών χρησιμοποιείτο για την επιχορήγηση άδειας ανάπαυσης των εργαζομένων και των εξαρτωμένων τους για επτά μέρες στα ορεινά θέρετρα, ενώ από το 1991 περιλαμβάνονται και παραλιακά ξενοδοχεία. Ο θεσμός είχε ανασταλεί μετά το πραξικόπημα, αλλά επαναλειτούργησε μετά το 1977. Σχετικά με τις ετήσιες άδειες η έκθεση προς το 15ο Συνέδριο της ΠΕΟ (1969) αναφέρεται ότι «οι εργάτες του 1920-1940 που οι ώρες της δουλειάς ήσαν απεριόριστες ανακινούσαν μεταξύ άλλων και το αίτημα της ανάπαυσης τους. Όμως πολύ σοβαρότερα αιτήματα είχαν προτεραιότητα όπως η αύξηση των χαμηλών μεροκάματων, η μείωση απεριόριστων ωρών δουλειάς και η αναζήτηση λύσης για το σοβαρό πρόβλημα της απασχόλησης. Ύστερα από την πρόοδο που σημειώθηκε πάνω σε αυτά τα ζητήματα, το αίτημα της ετήσιας άδειας άρχισε να ανακινείται περισσότερο έντονα και μέχρι το 1954, όπου διάφορες Συντεχνίες κέρδισαν αυτό το αίτημα για 30 περίπου χιλιάδες εργατοϋπαλλήλους.

Η επέκταση του ωφελήματος της ετήσιας άδειας μετά πλήρων απολαβών και γενικότερα η στροφή του συνδικαλιστικού κινήματος προς αυτή τη κατεύθυνση αρχίζει βασικά μετά το 1955. Τη περίοδο αυτή το κίνημα μας κατορθώνει να επεκτείνει το ωφέλημα μέσα στους εργάτες γεωργίας. Το κέρδισαν επίσης οι εργάτες ένδυσης, οι λιμενεργάτες, οι μηχανοτεχνίτες και οι εργάτες μεταφορών με το σύστημα της φίσιας και την ίδρυση των Ταμείων Αδειών των Συντεχνιών της ΠΕΟ σε όλες τις πόλεις.

Παράλληλα, με τις ετήσιες άδειες ανακινήθηκε και το θέμα των πληρωμένων γιορτών. Στο παρελθόν οι εργάτες δεν μπορούσαν να καθίσουν έστω και μια μέρα γιατί έχαναν το μεροκάματο. Ακόμα και τις μέρες των Χριστουγέννων και της Λαμπρής, που αργούσαν δεν έπαιρναν μέρος μεροκάματο. Το αίτημα άρχισε να υποβάλλεται γύρω στο 1950 μετά το παράδειγμα των Τυπεργατών που κέρδισαν έξι μέρες άδειας το 1942.

Η διεκδίκηση του αιτήματος των ετήσιων αδειών και οι πληρωμένες γιορτές ανέβασαν σημαντικά το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων.

Ερμηνεία βασικών εννοιών του νόμου:

Εβδομαδιαία  εργασία  σημαίνει: την εβδομάδα κατά την οποία  ο εργοδοτούμενος εργάστηκε όλη τη διάρκεια της ή μέρος αυτής.

Έτος άδειας  σημαίνει: οποιανδήποτε περίοδο  52 συνεχών  εβδομάδων.   Η περίοδος αυτή ξεκινά να προσμετρά από την ημερομηνία πρόσληψης  του εργοδοτούμενου στον συγκεκριμένο εργοδότη.

Βασικές πρόνοιες της νομοθεσίας:

• Κάθε εργαζόμενος που εργάστηκε εντός του έτους άδειας 48 εβδομάδες, δικαιούται σε 20 εργάσιμες μέρες άδεια ανάπαυσης αν εργάζεται σε πενθήμερη βάση και σε 24 εργάσιμες μέρες αν εργάζεται σε εξαήμερη εβδομάδα εργασίας.

• Όταν ο εργαζόμενος έχει εργαστεί για περίοδο μικρότερη των 48 εβδομάδων τότε ο αριθμός των ημερών άδειας ανάπαυσης μειώνεται ανάλογα.

Περίοδοι που υπολογίζονται ως χρόνος εργασίας  για σκοπούς υπολογισμού της άδειας ανάπαυσης

•    Προσωρινή άδεια λόγω ατυχήματος ή ασθένειας.

•    Απουσία λόγω άδειας μητρότητας, πατρότητας.

•    Απουσία λόγω γονικής άδειας ή άδειας για λόγους ανωτέρας βίας.

Περίοδοι που δεν λογίζονται ως μέρες της άδειας ανάπαυσης

• Οι δημόσιες αργίες που είναι καθιερωμένες  με νόμο ή έθιμο ή με βάση συλλογική σύμβαση.

•    Η περίοδος της άδειας μητρότητας / πατρότητας.

•    Περίοδοι ανικανότητας για εργασία που οφείλονται σε ατύχημα ή ασθένεια.

•    Ημέρες απεργίας ή ανταπεργίας.

•    Περίοδοι γονικής άδειας ή απουσίας από την εργασία για λόγους ανωτέρας βίας.

•    Η χρονική περίοδος της προειδοποίησης για τερματισμό απασχόλησης.

Εάν κάποια από τα γεγονότα που αναφέρονται πιο πάνω συμβούν σε περίοδο που είναι η άδεια ανάπαυσης τότε θεωρείται ότι διακόπτεται η άδεια ανάπαυσης και συμπληρώνεται η άδεια ανάπαυσης κατά τη διάρκεια του χρόνου.

Παραδείγματα για επεξήγηση

• Δεν δικαιούται ένας εργοδότης να επικαλεστεί την μη εργασία σε ημέρα αργίας ως υποκατάστατο των ημερών της άδειας ανάπαυσης.

• Σε περίπτωση που ένας εργαζόμενος  είναι με άδεια ανάπαυσης, αρρώστησε  ή έχει ατύχημα ή μια εργαζόμενη γεννήσει, τότε η άδεια ανάπαυσης διακόπτεται, λαμβάνει άδεια ασθενείας, ή μητρότητας  / πατρότητας  ανάλογα και οι υπόλοιπες  μέρες της άδειας ανάπαυσης  λαμβάνονται σε μεταγενέστερο  χρόνο εντός του ιδίου χρόνου (εκτός αν υπάρχει πρόνοια σε συλλογική σύμβαση ή άλλη συμφωνία για μεταφορά άδειας ανάπαυσης σε επόμενο χρόνο).

• Δεν επιτρέπεται  και είναι παράνομο  ένας εργοδότης να συμψηφίζει την περίοδο του υπόλοιπου  άδειας  που  έχει να λαμβάνει ένας εργαζόμενος,  με την περίοδο προειδοποίησης λόγω τερματισμού απασχόλησης.

Εργαζόμενος του οποίου έχει τερματιστεί η απασχόληση δικαιούται απολαβές και για το υπόλοιπο της άδειας και για την περίοδο προειδοποίησης.

Ελάχιστη περίοδος συνεχόμενης άδειας – συσσώρευση άδειας

Η ετήσια άδεια ανάπαυσης  πρέπει  να περιλαμβάνει  εντός του έτους τουλάχιστον μια συνεχή περίοδο 9 ημερών.

Μετά από συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ο εργαζόμενος  μπορεί να συσσωρεύσει μέχρι 2 ετών άδεια.

Τρόπος πληρωμής ημερών της άδειας

Η πληρωμή  γίνεται με δυο τρόπους.   Είτε μετά από αίτηση του εργοδοτούμενου στο Ταμείο Αδειών είτε απευθείας από τον εργοδότη αν ο εργοδότης έχει εξαίρεση πληρωμής στο ταμείο αδειών με βάση το άρθρο 11 του νόμου.

Πληρωμή από το Κεντρικό Ταμείο Αδειών

Στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών συνεισφέρουν οι εργοδότες μόνο.  Οι εισφορές στο ταμείο υπολογίζονται  ως ποσοστό  για κάθε  ευρώ  του  ημερομισθίου  του  εργοδοτούμενου. Το ύψος της εισφοράς  είναι ανάλογο με τον αριθμό  ημερών  άδειας που δικαιούται ο εργοδοτούμενος με ελάχιστο ποσοστό το 8%. Οι αποδοχές επί των οποίων πληρώνονται οι εισφορές  περιλαμβάνουν, το βασικό μισθό, το τιμαριθμικό επίδομα, τις προμήθειες, τον 13 ή και 14 μισθό, ή της 53ης, 56ης εβδομάδας, τις υπερωρίες, επιδόματα βάρδιας, δικαίωμα υπηρεσίας, φίσιες αργιών.

Για να πληρωθεί ένας εργοδοτούμενος από το Ταμείο Αδειών χρειάζεται να έχει εις πίστη του στο έτος άδειας 13 εβδομάδες εισφορές.

Απευθείας πληρωμή από τον εργοδότη

Για να εξαιρεθεί ένας εργοδότης από την υποχρέωση  πληρωμής  στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών πρέπει να έχει υποβάλει αίτηση σε ειδικό έντυπο στον Υπουργό Εργασίας και να λάβει σχετική έγκριση.

Απαραίτητο κριτήριο  για να δοθεί  έγκριση για εξαίρεση  είναι το σχέδιο  αδειών  που εφαρμόζει  ο εργοδότης να είναι ευνοϊκότερο  για τον εργοδοτούμενο από  αυτό που προβλέπει το μέρος ΙΙ της νομοθεσίας, που είναι το μέρος που αναφέρεται στη διάρκεια της άδειας, τα χρονικά  διαστήματα  που  εξαιρούνται  από  την άδεια  και το ελάχιστο χρονικό διάστημα συσσώρευσης άδειας.

Όταν παραχωρείται μια τέτοια εξαίρεση τότε ο εργαζόμενος πληρώνεται απευθείας από τον εργοδότη του για τις μέρες της άδειας του.

Είναι πολύ σημαντικό, εργοδοτούμενοι των οποίων οι εργοδότες κατά την πρόσληψη τους τους ενημερώνουν  ότι θα πληρώνουν  οι ίδιοι απευθείας  για τις ημέρες  άδειας, ιδιαίτερα  αν  στον  χώρο  απασχόλησης   τους  δεν  υπάρχουν   συλλογικές  συμβάσεις εργασίας, οι οποίες κατά βάση ρυθμίζουν τα θέματα της άδειας ανάπαυσης, να ζητούν να πληροφορηθούν για την πολιτική που  εφαρμόζει  η επιχείρηση  σε σχέση με την άδεια ανάπαυσης. Αυτό είναι αναγκαίο για να μπορούν  να διαπιστώσουν ότι, πράγματι η επιχείρηση παραχωρεί καλύτερα ωφελήματα σ’ ότι αφορά την άδεια ανάπαυσης από αυτά που προβλέπει η νομοθεσία.

Σημειώνουμε επίσης ότι, εργοδότης που έχει εξαίρεση από την πληρωμή στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών και απολύσει εργοδοτούμενο του, οφείλει, ή να παραχωρήσει  την άδεια, ή να την πληρώσει.

Απασχόληση κατά τη διάρκεια της άδειας

Οι εργοδοτούμενοι που  απασχολούνται  κατά τη διάρκεια  της άδειας  τους, είτε στον συνήθη εργοδότη τους είτε σε άλλον εργοδότη,  διαπράττουν αδίκημα και δυνατόν να υποχρεωθούν να επιστρέψουν  στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών ολόκληρο,  ή μέρος  του ποσού των απολαβών άδειας, που πληρώθηκαν από το Ταμείο.

Μεταβίβαση δικαιώματος άδειας

Σε περίπτωση που εργοδοτούμενος που δικαιούται σε πληρωμή απολαβών άδειας από το Κεντρικό Ταμείο Αδειών αποβιώσει, το δικαίωμα του σε απολαβές άδειας μεταβιβάζεται στη χήρα ή τον χήρο ή σε άλλο κατάλληλο πρόσωπο  που εγκρίνεται από τον Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανάλογα με την περίπτωση.

Μέτρα για ανάπαυση των εργοδοτουμένων

Το Κεντρικό Ταμείο Αδειών έχει εξουσία με τη συγκατάθεση του Υπουργικού Συμβουλίου, να διαθέτει χρηματικό ποσό για την επιχορήγηση  των αδειών των εργοδοτουμένων και την ίδρυση και συντήρηση καταλυμάτων για τις διακοπές τους.

Με βάση την πρόνοια  αυτή, λειτουργεί από το 1972 Σχέδιο Επιχορήγησης Αδειών.  Το Κεντρικό Ταμείο Αδειών επιχορηγεί εργοδοτούμενους για διαμονή σε ξενοδοχεία τόσο των ορεινών όσο και των παραθαλάσσιων περιοχών.  Επίσης από το 1980 επιχορηγεί και κατασκηνώσεις συντεχνιών.

Έρευνα Μαρί Κωνστάνς Κωνσταντίνου, Υπεύθυνη Ιστορικού Μουσείου και Ιστορικού Αρχείου ΠΕΟ

Από την έντυπη έκδοση του Ε.Β.