ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Το βράδυ της 18ης Αυγούστου 1936 κι ενώ διάβαζε ένα βιβλίο στο κρεβάτι του, ο Λόρκα άκουσε την πόρτα να χτυπά. Ήταν ο Ραμόν Ρουίζ Αλόνσο που διοικούσε τότε την Εσκουάντρα Νέγκρα. Ο Λόρκα ανέβηκε στην ταράτσα για να πηδήξει στις στέγες των διπλανών σπιτιών. Η απόσταση όμως ήταν μεγάλη για ένα ανθρώπινο άλμα. Ο Λόρκα οδηγήθηκε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα και ο διοικητής Βαλντές πήρε την αμετάκλητη απόφαση. Θάνατος, χωρίς δίκη. Άλλωστε δεν υπήρχε κατηγορητήριο.

Στις 19 Αυγούστου το πρωί ένα απόσπασμα, από αστυνομικούς, κρατούμενος και εθελοντές, πήρε τον ποιητή και άλλους καταδικασμένους. Ο αρχηγός της ομάδας ζήτησε να σκοτώσει εκείνος τον Λόρκα, «επειδή ήταν διεφθαρμένος». Αφού πυροβόλησαν τους υπόλοιπους, ο εκτελεστής έσυρε τον Λόρκα μέχρι το λάκκο. Ο ήχος της τουφεκιάς σκεπάστηκε από την αναμμένη μηχανή του αυτοκινήτου..

Ο Λόρκα ήταν ανάμεσα στους 10.000 ανθρώπους που βρήκαν τον θάνατο στη Γρανάδα, στη γη που μεγάλωσε, στην καρδιά της Ανδαλουσίας, στα ελαιόδεντρα που έπαιζε παιδί. Ακόμη το ακριβές σημείο της εκτέλεσης παραμένει άγνωστο.

Ο ποιητής της Ανδαλουσίας

Η «Γέρμα» ήταν το πρώτο θεατρικό έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα που ανέβηκε το 1961 στην Ισπανία, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του στον εμφύλιο. Έως τότε, τα έργα του είχαν μεταφραστεί και παίζονταν σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, αλλά όχι στην πατρίδα του. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης του ποιητή, ο οποίος είχε και σαν άνθρωπος τη συμπεριφορά και τη γοητεία των Ανδαλουσιανών.

Ο Φεντερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898 στο Φουέντε Βακέρος, ένα μικρό χωριό στον νομό Βέγα, στην περιφέρεια της Γρανάδας.

Γιός προύχοντα, από το μπαλκόνι του σπιτιού του έβλεπε τα 30 εκτάρια της οικογενειακής περιουσίας με το αλώνι όπου οι άντρες χτυπούσαν τα φασόλια. Όμως, ο μικρός Φεντερίκο ερωτεύτηκε το φλαμένγκο και αφού έμαθε κιθάρα, ήταν η ψυχή της παρέας στο χωριό. Ο προοδευτικός δάσκαλός του τον άφηνε να τραγουδά τη Μασσαλιώτιδα και πήρε τον Φεντερίκο και τον μικρότερο αδελφό του, Αντώνιο, οικότροφους στο σπίτι του. Τα αγόρια μπορούσαν και έπρεπε να σπουδάσουν και η οικογένεια μετακόμισε στη Γρανάδα, όπου ο Φεντερίκο μελετούσε φιλολογία και νομικά. Όμως, αφοσιώθηκε στο πιάνο που μπήκε στο διαμέρισμα της οδού Καρρέρα ντελ Χενίλ. Γνώρισε τον σπουδαίο δάσκαλο της ισπανικής μουσικής Μανουέλ ντε Φάλια και ενορχήστρωσε εκ νέου περίπου 300 λαϊκά τραγούδια. Ο Λόρκα έγραψε το πρώτο του ποίημα στα 17 του χρόνια, σε μια όχθη ενός ποταμού στην Ανδαλουσία. Αμέσως μετά έγραψε ένα θεατρικό έργο και κάλεσε την οικογένεια και τους φίλους του να το παρακολουθήσουν, στο σαλόνι του σπιτιού του. Σε ηλικία 19 ετών δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο «Εντυπώσεις και τοπία». Πήγε στη Μαδρίτη και έγινε φίλος με τον Σαλβαντόρ Νταλί, τον Αλμπερτο Χιμένεθ (Νόμπελ 1956) και τον σκηνοθέτη Μπουνιουέλ, σε μια εποχή που στην τέχνη βασίλευε ο σουρεαλισμός. Στον «Κόκορα», το λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδωσε, κάλεσε τους μεγάλους ευρωπαίους καλλιτέχνες να απαγκιστρωθούν από την παράδοση και να στραφούν στην ελευθερία. Ο Λόρκα ήταν πάνω απ΄ όλα ελεύθερος άνθρωπος και αυτή ήταν και η πολιτική του αντίληψη. Όπως συνήθιζε να λέει: «Είμαι καθολικός, κομμουνιστής, αναρχικός, φιλελεύθερος και συγχρόνως συντηρητικός και μοναρχικός». Ίσως δεν ήθελε να ανήκει πουθενά. Η οικογένειά του τον έστειλε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Γύρισε ενθουσιασμένος γιατί είχε γράψει πολλά ποιήματα.

Το έργο του «Romancero Gitan», μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και τους στίχους προσάρμοσε ο Οδυσσέας Ελύτης. Ο δίσκος με τη φωνή της Αρλέτας επρόκειτο να κυκλοφορήσει το 1967, αλλά λόγω της δικτατορίας βγήκε το 1978. Είχαν μεσολαβήσει ηχογραφήσεις με τη Μαρία Φαραντούρη στο εξωτερικό. Είχε προηγηθεί η μελοποίηση του «Ματωμένου Γάμου» από τον Μάνο Χατζηδάκη σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου το 1965, βασισμένο στην παράσταση που είχε ανεβάσει στο θέατρο τέχνης ο Κάρολος Κουν το 1948. Η παρουσία του Λόρκα στην ελληνική δισκογραφία είναι τεράστια.

Το ξέσπασμα του εμφυλίου προβλημάτισε τον Λόρκα που αφιέρωσε πολλή από την έμπνευσή του στον θάνατο. Τον παρουσίαζε σαν μαύρο καβαλάρη που κυνηγάει έναν τσιγγάνο. Το μαχαίρι που βυθίζεται στην ασάλευτη σάρκα και το αίμα που βογκά το άφωνο φιδίσιο τραγούδι του. Ο Λόρκα δεν ήταν κομμουνιστής. Καταδίκαζε όμως έμπρακτα το φασισμό. Για τους δεξιούς ήταν αριστερός και εχθρός της εκκλησίας. Επίσης, ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή ποιητής της χώρας με παγκόσμια ακτινοβολία, αλλά δεν ήταν δικός τους. Με καμία έννοια, γιατί οι δυνάμεις του Φράνκο σιχαίνονταν τους ομοφυλόφιλους. Για τους εθνικιστές λοιπόν ήταν πολύ αριστερός, πολύ «διεφθαρμένος» και παρ όλα αυτά πολύ πετυχημένος. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσουν να ζήσει. Και τον εκτέλεσαν, αγνοώντας ότι οι ποιητές δεν πεθαίνουν από τις σφαίρες.


Από mixanitouxronou.gr