Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων δημιουργεί συνθήκες εργασιακού εκφοβισμού

556

Τα περιστατικά  εργασιακού εκφοβισμού είναι ένας σκοτεινός αριθμός που ενώ υπάρχουν και συμβαίνουν  πολύ συχνά, εντούτοις δεν βρίσκονται συχνά στο φως της δημοσιότητας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2022 μόνο το 45% των θυμάτων τέτοιων συμπεριφορών το καταγγέλλουν κύρια για δύο λόγους. Είτε γιατί δεν υπάρχει ή δεν γνωρίζουν το νομικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς όπου μπορούν να προβούν σε καταγγελία, είτε γιατί θεωρούν ότι δεν θα γίνει τίποτα και επιπλέον φοβούνται από εκδικητική συμπεριφορά. 

Οι  μορφές και οι επιπτώσεις τέτοιων συμπεριφορών που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των ανθρώπων έχουν αλυσιδωτές συνέπειες τόσο στο ίδιο το άτομο που τις βιώνει όσο και στο εργασιακό του περιβάλλον. Καταγγελίες υπάρχουν τόσο από εργαζόμενους στον δημόσιο και ημικρατικό τομέα όσο και από τον ιδιωτικό γεγονός που έθεσε αυτό το πρόβλημα στη δημόσια συζήτηση και έχει διαπιστωθεί το νομικό κενό που υπάρχει.

H ΠΕΟ δέχεται παράπονα σχετικά με εργασιακό εκφοβισμό και οι καταγγελίες έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.

Η Γραμματέας του Κεντρικού Γραφείου Γυναικών Εργατοϋπαλλήλων της ΠΕΟ Μαρίνα Κούκου, επεσήμανε σε δηλώσεις της στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι το κενό στη νομοθεσία πρέπει να συμπληρωθεί, αφού με βάση μελέτες και από την εμπειρία ο εργασιακός εκφοβισμός και το τοξικό εργασιακό περιβάλλον έχει επιπτώσεις στην υγεία του εργαζόμενου που τον βιώνει και αρνητικές επιπτώσεις και στην ίδια την επιχείρηση.

«Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, με την απορρύθμιση της εργασίας, φαινόμενα όπως ο εργασιακός εκφοβισμός έχουν αυξηθεί κατά πολύ επειδή από τη στιγμή που δεν υπάρχει οργάνωση σε πολλούς χώρους εργασίας, οι εργαζόμενοι είναι έρμαιο των εργοδοτών από την άποψη ότι δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα τους και επειδή δεν νιώθουν ότι θα τύχουν στήριξης έναντι εκδικητικής συμπεριφοράς του εργοδότη, στην περίπτωση που αντιδράσουν και το καταγγείλουν», είπε η Γραμματέας του Γραφείου Γυναικών της ΠΕΟ.

Η Μ. Κούκου επεσήμανε ότι δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο το οποίο να καθορίζει τον εκφοβισμό και να τον ποινικοποιεί. Πρόσθεσε ότι το φαινόμενο αυτό αποτελεί θέμα πλέον στη δημόσια συζήτηση και η Βουλή ξεκίνησε  συζήτηση εδώ και 1 χρόνο (Επιτροπή Νομικών, Εργασίας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων), αλλά δεν προχώρησε ακόμη σε θέσπιση νόμου που να καθορίζει, απαγορεύει ή/και ποινικοποιεί τον εκφοβισμό στον εργασιακό χώρο και να προνοεί μηχανισμούς και μέτρα εξάλειψης αυτού του φαινομένου.

Επανέλαβε ότι ο εργασιακός εκφοβισμός με βάση τις καταγγελίες  παρουσιάζει αυξητική τάση, προσθέτοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η επιλογή του/της εργαζόμενου/νης είναι είτε υπό τον φόβο να σιωπά, είτε να εγκαταλείπει τη δουλειά, είτε να καταγγείλει.

«Η ΠΕΟ θέλει ο/η εργαζόμενος/η να έχει την πλήρη  προστασία ώστε να καταγγέλλει τέτοιου είδους συμπεριφορές, οι οποίες καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η παραίτηση από την εργασία παρόλο που μπορεί να είναι μια πιθανή επιλογή του θύματος,  δεν είναι λύση στην πάταξη του φαινομένου, αφού προφανώς αυτή η συμπεριφορά του θύτη θα συνεχίσει να εκτυλίσσεται και  σε άλλους/λες εργαζόμενους/νες.

Αυτή η προστασία πρέπει και   μπορεί να κατοχυρωθεί με τροποποίηση της νομοθεσίας για τον τερματισμό της απασχόλησης αφού επανεξεταστεί το προστατευτικό πλαίσιο  και να γίνει πιο αυστηρό που να μειώνει τη δυνατότητα  εκδικητικής συμπεριφοράς όταν το θύμα καταγγέλλει εκφοβητική συμπεριφορά, πρόσθεσε, αναφέροντας ότι μπορεί να ρυθμιστεί ώστε να θεωρείται παράνομη απόλυση παραπονούμενου εργαζόμενου, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της καταγγελίας του», επεσήμανε.

Σε ό,τι αφορά τη σεξουαλική παρενόχληση ή γενικότερα παρενόχληση στον εργασιακό χώρο, η Μ. Κούκου είπε ότι καλύπτεται από τον νόμο για την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εργασία, πρόσθεσε ότι έγιναν κάποιες τροποποιήσεις στο νόμο με βάση τις οποίες ο εργοδότης υποχρεούται να εφαρμόζει κώδικα κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης και της πρόληψης και να ορίσει επιτροπή ισότητας ή λειτουργό ισότητας, ο οποίος αφού τύχει κατάλληλης κατάρτισης, ευαισθητοποίησης και γνώσης του θέματος, να επιλαμβάνεται καταγγελιών που σχετίζονται με τέτοιες συμπεριφορές. Πρόσθεσε πως είμαστε στο στάδιο που προωθούμε τον κώδικα και διαπιστώνουμε ανταπόκριση.

«Επιπρόσθετα, συμπλήρωσε, οι Συνδικαλιστικές Οργανώσεις με την Ομοσπονδία Εργοδοτών θέσπισαν κώδικα και τέθηκε αίτημα με την ανανέωση των Συλλογικών Συμβάσεων να αποτελεί παράρτημα της Σύμβασης, που θα διαλαμβάνει ότι η περίληψη του κώδικα δεν θα παραμείνει λεκτική, αλλά θα διοργανώνονται σεμινάρια σε όλο το προσωπικό για το περιεχόμενο του κώδικα, ώστε να προλαμβάνονται ανάρμοστες συμπεριφορές και σε περίπτωση που τέτοιες συμπεριφορές λαμβάνουν χώρα να γνωρίζει ο εργαζόμενος-θύμα, τις εξωδικαστικές και δικαστικές διαδικασίες, επίσημες και ανεπίσημες, που μπορεί να ακολουθήσει για να επιλύσει το πρόβλημα του και να δημιουργηθεί ασφαλές και αξιοπρεπές εργασιακό περιβάλλον για όλες και όλους».

Η Γραμματέας του Κεντρικού Γραφείου Γυναικών της ΠΕΟ ανέφερε πως από το 2019 ψηφίστηκε η σύμβαση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας  Αρ.190(ILO) ενάντια στη βία και την παρενόχληση στον χώρο εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, την οποία δεν επικύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία, σημειώνοντας ότι υπάρχει συζήτηση και αντιδράσεις για την επικύρωση της σύμβασης στο επίπεδο της ΕΕ.

Η ΠΕΟ διοργανώνει σεμινάρια και ενημερώσεις, συμμετέχει σε διάφορους φορείς και προσπαθεί να προωθεί πολιτικές και μέτρα για εφαρμογή στην πράξη της υφιστάμενης νομοθεσίας, αλλά και για να δημιουργηθεί το αναγκαίο νομικό πλαίσιο, που να απαγορεύει τέτοιες συμπεριφορές με απώτερο στόχο την πλήρη προστασία των εργαζομένων, σημείωσε.

Ερωτηθείσα αναφορικά με καταγγελίες για εκφοβισμό στο χώρο εργασίας, η Μ. Κούκου είπε πως υπάρχουν καταγγελίες και διευκρίνισε ότι όταν η ΠΕΟ λάβει καταγγελία από οργανωμένη επιχείρηση, δηλαδή σε επιχειρήσεις που διαδραματίζει ρόλο η συντεχνία, προβαίνει σε ενέργειες προς τον εργοδότη  και παρακολουθεί την εξέλιξη για διόρθωση ή για παρεμπόδισής εκδικητικής συμπεριφοράς προς το θύμα.

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο εκφοβισμός γίνεται από εργοδότη ή από συνάδελφο προς συνάδελφο του μέσω απειλών, υποτίμησης, προσβολής κτλ.

Η Μ. Κούκου αναφέρθηκε σε έρευνες που έχουν γίνει, όπως αυτή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας η οποία αναλύθηκε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, που καταδεικνύουν τις επιπτώσεις αυτών των συμπεριφορών στους εργαζόμενους και συνακόλουθα δείχνουν ότι είναι οικονομικά ασύμφορο στις ίδιες τις επιχειρήσεις, όταν ένας εργαζόμενος δεν θέλει να σηκωθεί το πρωί να πάει στη δουλειά του επειδή θα αντιμετωπίσει αυτές τις καταστάσεις και όταν πάει δουλειά επειδή έχει ανάγκη το μισθό του και φοβάται να τον χάσει, να πηγαίνει δουλειά με βαριά καρδιά και να είναι μειωμένη η απόδοση του.

Πρόσθεσε ότι εμπειρικά οι Συντεχνίες διαπιστώνουν ότι συμπεριφορές σε τοξικό εργασιακό περιβάλλον επιφέρουν πολλές επιπτώσεις σε θέματα υγείας, χαμηλής αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης, αλλά και στην ίδια την επιχείρηση.

Επανέλαβε ότι δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο που να προσδιορίζει τον εργασιακό εκφοβισμό, υπάρχει όμως η ερμηνεία για την παρενόχληση στον νόμο για την ίση μεταχείριση ατόμων αντίθετου φύλου, με βάση την οποία παρενόχληση είναι οποιαδήποτε συμπεριφορά που προσβάλλει την αξιοπρέπεια του ατόμου που δέχεται αυτή τη συμπεριφορά.

Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι μπορεί να ενδυναμωθεί και ο νόμος για τον τερματισμό της απασχόλησης, αλλά μπορεί να θεσπιστεί νομικό πλαίσιο που να ποινικοποιεί τέτοιες συμπεριφορές, και να υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης και επιπτώσεις σε αυτούς που επιδεικνύουν τέτοιου είδους συμπεριφορών.