Ξενοδοχοϋπάλληλοι: στυλοβάτες του τουρισμού μας

Του Λευτέρη Γεωργιάδη, ΓΓ της ΣΥΞΚΑ ΠΕΟ

Σίγουρα ο τουρισμός αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο τομέα της οικονομίας του τόπου μας.

Κανένας δεν αμφισβητεί το γεγονός αυτό, αφού οι ίδιοι αριθμοί το καθιστούν αδιαμφησβήτητο.

Κανένας επίσης δεν αμφισβητεί την ανάγκη στήριξης του τουρισμού μας από το κράτος, έστω κι αν όλοι διαπιστώνουμε την ανάγκη ταυτόχρονης ενίσχυσης και άλλων τομέων της οικονομίας, όπως η μεταποίηση, οι υπηρεσίες και η ανάπτυξη οικολογικών καλλιεργειών, ώστε να αποτελούν αντιστάθμισμα στις απρόβλεπτες, πλην όμως συχνές, ανατροπές του τουρισμού λόγω της φύσης του, όπως, δυστυχώς, συμβαίνει τον τελευταίο χρόνο λόγω της πανδημίας.

Το Συνδικαλιστικό Κίνημα διαχρονικά αντιμετώπιζε με υπευθυνότητα τον τουριστικό τομέα, ιδιαίτερα την ξενοδοχειακή βιομηχανία, αναγνωρίζοντας την σημαντικότητα του για ολόκληρη την χώρα.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, συνειδητά οι εργαζόμενοι προέβησαν σε σημαντικές παραχωρήσεις στους μισθούς και τα δικαιώματα τους, σε μια προσπάθεια στήριξης του τομέα σε δύσκολες περιόδους.

Πιο συγκεκριμένα, μείωσαν τις κλίμακες πρόσληψης των νεοεισερχόμενων, τροποποίησαν τις αποζημιώσεις όταν εργάζονται γιορτές, αποδέχτηκαν την αναστολή του δεύτερου εβδομαδιαίου off και την παραχώρηση του σε χρόνο αντί χρήμα και το 2013 αποδέχτηκαν πρόσθετα, ένεκα της κρίσης, 17% μειώσεις σε ωφελήματα.

Παρά τις πιο πάνω θυσίες των εργαζομένων, διαχρονικά η μεταχείριση που έτυχαν οι εργαζόμενοι από την μεγάλη πλειοψηφία των εργοδοτών τους, ήταν επιεικώς απαράδεκτη.

Ιδιαίτερα μετά την ένταξη μας στην Ε.Ε και το άνοιγμα της αγοράς εργασίας, η συντονισμένη και στοχευμένη επίθεση στις Συλλογικές Συμβάσεις και τα δικαιώματα των ξενοδοχοϋπαλλήλων ήταν άνευ προηγουμένου. Αρκεί να αναφέρουμε ότι μέσα σε 2-3 χρόνια μετά το 2004, η σύνθεση του εργατικού δυναμικού στη ξενοδοχειακή βιομηχανία άλλαξε άρδην, με αποτέλεσμα το 55% περίπου των εργαζομένων, μέχρι και σήμερα, να είναι κοινοτικοί και ξένοι.

Ασφαλώς η προτίμηση των κοινοτικών και ξένων αποσκοπούσε στην αξιοποίηση τους σαν φτηνό εργατικό δυναμικό και σαν εργαλείο απορρύθμισης των Συλλογικών Συμβάσεων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Με τους χειρισμούς των ξενοδόχων, την άγρια εκμετάλλευση ντόπιων, Ευρωπαίων και ξένων εργαζομένων, κατέστησαν το επάγγελμα του ξενοδοχοϋπάλληλου ένα από τα χειρότερα, αν όχι το χειρότερο, επάγγελμα της αγοράς εργασίας, τόσο σε επίπεδο μισθών όσο και συνθηκών εργασίας.

Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας του Τμήματος Στατιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, οι πιο χαμηλοί μισθοί από όλους τους τομείς της οικονομίας της Κύπρου είναι στα ξενοδοχεία και τον επισιτισμό. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο μέσος ωριαίος μισθός στην Κύπρο είναι περίπου €17,00,  στα ξενοδοχεία ο μέσος ωριαίος μισθός είναι €6,00.

Τονίζουμε εδώ ότι για να μπει κάποιος στα επαγγέλματα του ξενοδοχειακού κλάδου χρειάζεται να σπουδάσει σε ξενοδοχειακή σχολή τουλάχιστον 2-3 χρόνια, να μιλά τουλάχιστον καλά Αγγλικά, να εργάζεται πρωί – βράδυ, γιορτές, αργίες και Σαββατοκύριακα.

Η άγρια εκμετάλλευση των κοινοτικών και ξένων, διέσυρε την Κύπρο διεθνώς, αφού πολλοί από αυτούς, ήλθαν, είδαν και απήλθαν, χαρακτηρίζοντας στα ΜΜΕ της χώρας τους την Κύπρο, σαν εργασιακή κόλαση.

Σταδιακά λοιπόν, με την ασυδοσία και την  σκληρή εκμετάλλευση των εργαζομένων από μέρους των ξενοδόχων, χάσαμε και την αγορά εργασίας από την Ευρώπη.

Οι σπουδαστές των ξενοδοχειακών σχολών του τόπου μας, σύμφωνα με μαρτυρία εκπροσώπου του Υπουργείου Παιδείας στην Βουλή των αντιπροσώπων, σε συνεδρία της Επιτροπής Εμπορίου, διαπιστώνεται από έρευνα δική τους, ότι στα 2-3 χρόνια από την ένταξη τους στην βιομηχανία, οι απόφοιτοι των ξενοδοχειακών σχολών, αποχωρούν απογοητευμένοι από τις συνθήκες εργασίας που συναντούν στα ξενοδοχεία.

Αποτέλεσμα της απληστίας και της κοντόφθαλμης διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού από μέρους των ξενοδόχων, σε συνδυασμό με την αλματώδη ανάπτυξη του τουρισμού μας, τόσο σε αφίξεις όσο και σε κλίνες, τα χρόνια 2015 ως 2019, ήταν να προκύψει «πρόβλημα» εξεύρεσης ανθρώπων να εργαστούν στα ξενοδοχεία.

Η λύση, για τους ξενοδόχους, ήταν να στραφούμε στην αγορά εργασίας τρίτων χωρών. Άσκησαν μεγάλες πιέσεις τόσο προς το κράτος όσο και προς το Συνδικαλιστικό Κίνημα, για να πετύχουν αυτό το στόχο.

Όχι ασφαλώς γιατί δεν καταλάβαιναν τους λόγους της δήθεν έλλειψης προσωπικού. Κάθε άλλο. Περίπου 30.000 άνεργοι στην Κύπρο και εκατομμύρια ευρωπαίων ανέργων, κατά παράξενο λόγο, δεν θέλουν να εργαστούν στα ξενοδοχεία μας.

Είναι φανερό λοιπόν, ότι οι μισθοί και οι συνθήκες εργασίας που επέβαλαν οι ξενοδόχοι, είναι ο πραγματικός λόγος που διώχνει ή αποτρέπει τους εργαζόμενους να ενταχθούν στη ξενοδοχειακή βιομηχανία. Και είναι γι’ αυτό  που οι ξενοδόχοι απαιτούν το άνοιγμα της αγοράς εργασίας από τρίτες χώρες. Για να κρατήσουν τα κεκτημένα της απορρύθμισης και των απαράδεχτων μισθών και συνθηκών εργασίας.

Ασφαλώς το Συνδικαλιστικό Κίνημα ουδέποτε συναίνεσε και ούτε θα συναινέσει ποτέ σε κάτι τέτοιο, χωρίς προηγούμενα να αποκτήσει νομική ισχύ η συλλογική σύμβαση για όλα τα ξενοδοχεία και όλους τους εργαζόμενους, ανεξαρτήτως καταγωγής.

Μάλιστα σε ένδειξη διαμαρτυρίας γιατί το Υπουργείο Εργασίας αποδέχτηκε την απασχόληση ξένων σπουδαστών στην Κύπρο σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, με γραπτή επιστολή μας αρνηθήκαμε να συμμετάσχουμε σε επιτροπές εξέτασης αιτήσεων απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες.

Ας έλθουμε τώρα στο σήμερα.

Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι, λόγω της εποχικότητας, η πλειοψηφία τους ευρίσκεται εκτός εργασίας από τον Νοέμβριο του 2019. Με την εκδήλωση της πανδημίας τα ξενοδοχεία ουσιαστικά μένουν κλειστά ή υπολειτουργούν μέχρι σήμερα.

Για όση περίοδο τα ξενοδοχεία εργάστηκαν, πλήρωναν το προσωπικό τους με το 40% του μισθού τους.

Ταυτόχρονα για το 2020 έλαβαν επιχορήγηση από το κράτος 3% του τζίρου που είχαν το 2019, δηλαδή την χρονιά με το μεγαλύτερο ρεκόρ τουριστικών αφίξεων όλων των εποχών.

Ουσιαστικά δεν είχαν καμιά ζημιά, απλά απώλεσαν τα κέρδη μιας χαμένης χρονιάς.

Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι κλήθηκαν να επιβιώσουν με €500,00 το μήνα ή το 60% του μισθού τους με μάξιμουμ τα €1200,00.   

Χιλιάδες οικογένειες ξενοδοχοϋπαλλήλων βρέθηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε δεινή κατάσταση. Χιλιάδες από αυτούς δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τους, τις σπουδές των παιδιών τους, ακόμα και τις καθημερινές τους ανάγκες για επιβίωση.

Εν όψη των γιορτών των Χριστουγέννων που πέρασαν, και μετά από παρέμβαση του Συνδικαλιστικού κινήματος, το Υπουργείο αλλά και η ίδια η Υπουργός Εργασίας, ξεκαθάρισε ότι η περίοδος συμμετοχής των εργαζομένων στα σχέδια στήριξης του κράτους, λαμβάνονται υπόψιν για σκοπούς παραχώρησης 13ου μισθού και εισφορών ετήσιας άδειας, γιατί τα έκτακτα επιδόματα αποτελούν μισθολογική επιδότηση προς τις επιχειρήσεις.

Κατά προκλητικό τρόπο οι ξενοδόχοι έγραψαν στα παλιά τους υποδήματα τους πάντες, παραχωρώντας μόνο το 40 % του μισθού για όσες μέρες εργάστηκαν, όσοι εργάστηκαν. Δηλαδή ψίχουλα.

Την ίδια ώρα οι εργαζόμενοι παρακολουθούν τους εργοδότες τους να επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους, να τις ανακαινίζουν και να ξοδεύουν εκατομμύρια. Καμιά ευαισθησία για τους υπαλλήλους τους και πως θα περάσουν την άγια αυτή μέρα.

Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία των ξενοδοχοϋπαλλήλων. Αυτό είναι το παράπονο τους και η πίκρα τους όπως την εισπράττουμε από αυτούς αλλά και όπως την διαπιστώνουμε και εμείς ως εκπρόσωποι τους.

Ούτε οι διαχρονικές θυσίες τους για στήριξη του τουρισμού μας εκτιμιούνται ούτε η αγάπη τους για το επάγγελμα δικαιώνεται. Έτσι αισθάνονται, είτε το καταλαβαίνουνε οι ξενοδόχοι είτε όχι.   

Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι, κατά την γνώμη μας, η πλειοψηφία των ξενοδόχων δεν κατανοούν μια πραγματικότητα. Ότι το προσωπικό τους είναι η μεγαλύτερη επένδυση τους, η μεγαλύτερη εγγύηση για την επιτυχία τους.

Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι ήταν είναι και θα είναι η ραχοκοκκαλιά και οι στυλοβάτες του τουρισμού μας. Αυτό το πράγμα όσο δεν γίνεται κατανοητό τόσο το κακό για τους ίδιους αλλά και τον τουρισμό μας. Θα πρέπει και οι ξενοδόχοι αλλά και η πολιτεία να δουν πως δίδονται τα απαραίτητα κίνητρα για προσέλκυση των καλύτερων στα ξενοδοχειακά επαγγέλματα και πως διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και η αίγλη του επαγγέλματος.

Όσο κι αν η περίοδος που περνούμε δεν είναι και η καταλληλότερη για τέτοιες δηλώσεις, εν τούτοις πιστεύω θα είναι προς το συμφέρον όλων να γνωρίζουν ότι αυτό το στόχο το συνδικαλιστικό κίνημα θα αγωνιστεί με κάθε μέσο για να επιβληθεί.