Γερμανία: Ξεκινά η μεγαλύτερη απεργία των τελευταίων χρώνων

179

Προειδοποιητικές 24ωρες απεργίες με αυξημένη συμμετοχή των εργαζομένων το τελευταίο διάστημα, σε πολλές πόλεις της Γερμανίας συνεχίζουν να κρατάνε κλειστά κεντρικά αεροδρόμια, μέσα μαζικής μεταφοράς και δημόσιες υπηρεσίες. Ανάμεσά τους, κοινωνικές υπηρεσίες, παιδικούς σταθμούς και νηπιαγωγεία, ταχυδρομεία και τράπεζες, αποκομιδή των σκουπιδιών, ύδρευση, κλινικές και νοσοκομεία, κρατικά και δημοτικά θέατρα.

Τώρα, όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στην απεργία που ξεκινά σήμερα και η οποία έχει ήδη αποκτήσει τον χαρακτηρισμό «Mega-Streik». Τα συνδικάτα προχωράνε σε κλιμάκωση των προειδοποιητικών απεργιακών κινητοποιήσεων με παγγερμανική απεργία στους σιδηρόδρομους και τις μεταφορές, ενώ όλα τα μεγάλα αεροδρόμια σε επτά κρατίδια της χώρας θα παραμείνουν κλειστά.

Το ίδιο ισχύει για πολλά τοπικά λιμάνια και υπηρεσίες διαχείρισης υποδομών, όπως αυτοκινητοδρόμων και ποτάμιων μεταφορών. Υπογραμμίζεται ότι τέτοια μαζική απεργία έχει να γίνει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν απεργούσαν επί εβδομάδες οι εργαζόμενοι σε όλα τα Μέσα Μεταφοράς της χώρας.

Η απαγόρευση των απεργιών, η λεγόμενη «υποχρεωτική απεργιακή ειρήνη» με βάση τους νόμους που βρίσκονται σε ισχύ στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, έχει ανασταλεί αυτήν την περίοδο στο δημόσιο τομέα, και για όσο διαρκούν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας στον κλάδο.

Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Ενοποιημένο Συνδικάτο Υπηρεσιών (ver.di) και τα υπόλοιπα συνδικάτα εργαζομένων του δημόσιου τομέα, ανάμεσά τους το Συνδικάτο Εκπαίδευσης και Επιστημών (GEW) και το Συνδικάτο Σιδηροδρόμων και Μεταφορών (EVG) από τη μία μεριά, και τις ενώσεις των εργοδοτών από την άλλη, στη συγκεκριμένη περίπτωση κρατίδια, δήμοι και ιδιωτικοί επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στο δημόσιο, βρίσκονται σε εξέλιξη και αφορούν περίπου 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενους σε όλη τη Γερμανία.

Ύστερα από δύο γύρους διαπραγματεύσεων στα τέλη Γενάρη και τέλη Φλεβάρη που ολοκληρώθηκαν χωρίς επίτευξη συμφωνίας, οι διαπραγματεύσεις περνούν στις 27 με 29 Μάρτη στον τρίτο και τελευταίο γύρο τους.

Το ver.di διεκδικεί νέα συλλογική σύμβαση εργασίας διάρκειας ενός έτους, αυξήσεις μισθών 10,5% με ελάχιστη αύξηση 500€ μηνιαίως για τους εργαζόμενους και 200€ για τους μαθητευόμενους καθώς και μαζικές προσλήψεις προσωπικού για να καλυφθούν τα τεράστια κενά και να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας που σε πολλούς κλάδους έχουν φέρει τους εργαζόμενους στα όριά τους.

Το GEW ζητά παράλληλα προσλήψεις δασκάλων και καθηγητών, μείωση του αριθμού των παιδιών στις τάξεις και μείωση των ωρών διδασκαλίας ανά δάσκαλο, ενώ το EVG ζητά αυξήσεις μισθών 12,5 % με ελάχιστη αύξηση 650 € μηνιαίως. Οι νοσοκομειακοί γιατροί απαιτούν αύξηση μισθού ίση με τον πληθωρισμό και επιπλέον 2,5 %, προσλήψεις και μείωση των εφημεριών που φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τα 5 συνεχόμενα σαββατοκύριακα ή τις 9 24ωρες εφημερίες το μήνα.

Η εργοδοσία προτείνει σύμβαση διάρκειας 27 μηνών με 3% αύξηση που θα ισχύει από τον Οκτώβρη του 2023 και 2% από τον Ιούνη του 2024, ενώ καταγγέλλει τις απεργιακές κινητοποιήσεις παίζοντας το χαρτί του «κοινωνικού αυτοματισμού», φορτώνοντας στους απεργούς τους κινδύνους για την υγεία των ασθενών, την ταλαιπωρία όσων χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς και εκβιάζοντας τους εκπαιδευτικούς μπροστά στις παγγερμανικές εξετάσεις για το απολυτήριο και την εισαγωγή σε σχολές και πανεπιστήμια.

Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα έχει σημειωθεί προσπάθεια «καλοπιάσματος» των εργαζομένων με μικρές αυξήσεις, πολύ μικρότερες από αυτές που διεκδικούν μέσα από τα συνδικάτα, ή και εφάπαξ αποζημιώσεις που τάχα αντιμετωπίζουν την ακρίβεια, φυσικά εκτός συλλογικής σύμβασης.

Υπενθυμίζεται πως και στη Γερμανία ο πληθωρισμός άγγιξε όλο το προηγούμενο διάστημα πρωτόγνωρα ύψη για τη μεταπολεμική περίοδο και υπολογίζεται τώρα στο 8,7%, με τις αυξήσεις τιμών σε πολλά είδη να ξεπερνάνε το 10%, ενώ σε πολλά βασικά είδη ακόμη και το 20%. Παράλληλα, οι αυξήσεις στο ρεύμα και τη θέρμανση έχουν γονατίσει τα νοικοκυριά, με την ενεργειακή φτώχεια να έχει εκτοξευτεί και να υπολογίζεται πως περίπου 1 στους 4 εργαζόμενους δίνει περισσότερο από το 10% του μισθού του για ενέργεια. Από την άλλη, ενώ οι λαϊκές οικογένειες στενάζουν, το ομοσπονδιακό κράτος της Γερμανίας αύξησε τις δαπάνες για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ στο 1,49% του ΑΕΠ και έχει εξαγγείλει ήδη από πέρυσι, διά στόματος του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Σολτς, 100 δις άμεσα και επενδύσεις πάνω από 2% του ΑΕΠ κάθε χρόνο για τα επόμενα χρόνια στην πολεμική βιομηχανία.